Έντυπο 19 - Εκπαίδευση στην κινητικότητα - προσανατολισμό και τις δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης

Εκπαίδευση στην κινητικότητα - προσανατολισμό και τις δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης

Το παρόν έντυπο εκδόθηκε σε συνεργασία με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Τυφλών

ΑΘΗΝΑ 2001

Περιεχόμενο της εκπαίδευσης στην κινητικότητα, τον προσανατολισμό και τις δεξιότητες καθημερινής διαβίωσης

Τα άτομα με πρόβλημα όρασης προσπαθώντας να αντεπεξέλ­θουν στις καθημερινές ανάγκες, χρειάζονται εκπαίδευση στους το­μείς της Κινητικότητας / Προσανατολισμού (Κ-Π) και των Δεξιοτή­των Καθημερινής Διαβίωσης (ΔΚΔ).

Στον τομέα της Κ/Π ο εκπαιδευόμενος αρχικά μαθαίνει τον τρό­πο με τον οποίο συνοδεύεται από ένα βλέποντα, χρησιμοποιώντας ή όχι το λευκό μπαστούνι.

Εκπαιδεύεται στο να μπορεί να προσανατολίζεται και να μετακι­νείται με ασφάλεια και ανεξαρτησία σε γνωστό ή άγνωστο εσωτερι­κό χώρο. Συγκεκριμένα το άτομο με πρόβλημα όρασης εκπαιδεύε­ται στο τομέα της επικοινωνίας με τους βλέποντες για αναζήτηση πληροφοριών, μαθαίνει να θέτει σωστές ερωτήσεις στους βλέπο­ντες για τον προσανατολισμό του, γεγονός που προϋποθέτει γνώ­ση και αντίληψη των εννοιών που έχουν σχέση με το χώρο, με τη θέση του σώματος τους στο χώρο, αλλά και με τις κοινωνικές δεξιό­τητες.

Η εκπαίδευση ενός ατόμου με πρόβλημα όρασης στη χρήση του λευκού μπαστουνιού με τις σωστές τεχνικές και ανάλογα με την πε­ρίπτωση που αντιμετωπίζει κάθε φορά, είναι αναγκαία αλλά όχι ε­παρκής για την ανεξάρτητη μετακίνηση του. Παράλληλα μαθαίνει να χρησιμοποιεί στο μέγιστο τις υπόλοιπες αισθήσεις και κυρίως την ακοή του. Έτσι πριν ακόμα αρχίσει να μαθαίνει να κινείται με το μπαστούνι του σ' ένα εσωτερικό χώρο εκπαιδεύεται στο πώς να α­κολουθεί μια επιφάνεια (τοίχο) με το χέρι του χρησιμοποιώντας ταυ­τόχρονα, όταν αυτός το κρίνει αναγκαίο, τεχνικές αυτοπροστασίας του σώματος του.

Μαθαίνει να εξερευνεί συστηματικά ένα εσωτερικό χώρο, να μπορεί να εντοπίζει διάφορα αντικείμενα στο χώρο αυτό, ή πάνω σε μια συγκεκριμένη επιφάνεια, πχ σ' ένα τραπέζι.

Η οργάνωση και η ταξινόμηση αντικειμένων στο χώρο είναι απα­ραίτητη για το άτομο με πρόβλημα όρασης ώστε να είναι εύκολος ,άνετος και ασφαλής ο εντοπισμός και η χρήση τους.

Η σταθερή θέση των πραγμάτων στο χώρο κρίνεται αναγκαία τόσο στο οικογενειακό όσο και στο εργασιακό περιβάλλον.

Όταν έχει εξασκηθεί αρκετά όσον αφορά τον προσανατολισμό του αρχίζει να μαθαίνει τη χρήση του μπαστουνιού σ' ένα χώρο ε­σωτερικό. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης μπορεί να επιλεγεί εί­τε ο χώρος εργασίας του εκπαιδευόμενου, είτε ο χώρος σπουδών του, είτε οποιοδήποτε άλλο κτίριο που ο εκπαιδευτής θεωρεί κατάλληλο για εκπαίδευση.

Για να αισθάνεται ο εκπαιδευόμενος ότι αυτό που μαθαίνει τον εξυπηρετεί άμεσα στη ζωή του επιλέγεται σαν χώρος εκπαίδευσης ένα κτίριο που το χρησιμοποιεί συχνά ο εκπαιδευόμενος όμως αυ­τό δεν σημαίνει ότι διδάσκεται να κινείται σε συγκεκριμένα κτίρια .

Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να μπορεί να κινείται σε οποιο­δήποτε κλειστό χώρο, να μπορεί να εξυπηρετείται οπουδήποτε θε­λήσει να πάει, είτε αυτός ο χώρος είναι δημόσια υπηρεσία, είτε τρά­πεζα, είτε νοσοκομείο είτε εμπορικό κέντρο κ.λ.π.

Όταν κριθεί από κοινού με τον εκπαιδευόμενο, πως είναι έτοι­μος να κινηθεί μόνος του σ' ένα οποιοδήποτε κλειστό χώρο η εκ­παιδευτική διαδικασία προχωρά στο εξωτερικό περιβάλλον αρχίζο­ντας την εκπαίδευση από ήσυχες περιοχές, συνήθως από τη γειτο­νιά του, χωρίς όμως η εκπαίδευση να περιορίζεται μόνο σ' αυτές τις διαδρομές.

Ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει αρ­χικά να χρησιμοποιεί το μπαστούνι του στο εξωτερικό περιβάλλον α­νάλογα με το που κινείται και το ποιοι είναι οι στόχοι του.

Διαφορετική τεχνική χρησιμο­ποιείται για τον εντοπισμό ενός μαγαζιού στην εσωτερική πλευρά του πεζοδρομίου και διαφορετική για τον εντοπισμό ενός αντικειμέ­νου κάθετο στην πορεία του πχ τη στάση ενός λεωφορείου ή ενός φαναριού, ενώ διαφορετικές τεχνι­κές χρησιμοποιεί όταν βρίσκεται σ' ένα ήσυχο περιβάλλον και άλλες σε πολυσύχναστες περιοχές με πολλά εμπόδια.

Βέβαια η κατάκτηση των βασικών εννοιών προσανατολισμού εί­ναι απαραίτητη για να μπορεί να κινηθεί ένα άτομο με πρόβλημα ό­ρασης σε οποιοδήποτε περιβάλλον.

Βασικό μέρος του προσανατολισμού είναι η εκπαίδευση στη μέ­θοδο της μαγνητοφώνησης προφορικών οδηγιών, στη μέθοδο ανά­γνωσης ανάγλυφου χάρτη, με στόχο τη δημιουργία νοητού χάρτη, αλλά και στην εκπαίδευση του ατόμου στην επαφή του με τους βλέ­ποντες.

Τέλος μέρος της εκπαίδευσης είναι και η χρήση των μέσων μα­ζικής μεταφοράς έτσι ώστε τα άτομα με πρόβλημα όρασης να μπο­ρούν να τα χρησιμοποιούν ελεύθερα και να μην καταφεύγουν στη δαπανηρή λύση του TAXI.

Τα άτομα με πρόβλημα όρασης για να αντεπεξέλθουν ισότιμα κοινωνικά έχουν περισσότερα έξοδα από τους βλέποντες, πολλά απ' τα οποία μπορούν να τα αποφύγουν αν εκπαιδευτούν στον το­μέα των Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης (ΔΚΔ).

Στα πλαίσια της εκπαίδευσης αυτής ο εκπαιδευόμενος μαθαίνει να δουλεύει με τις υπόλοιπες αισθήσεις και ιδιαίτερα με την αφή του.

Ο τομέας των Δ.Κ.Δ. περιλαμβάνει όλες εκείνες τις δραστηριό­τητες που εκτελούνται σε ημερήσια βάση. Ο τομέας της προσωπι­κής υγιεινής και φροντίδας είναι ένας απ' τους βασικότερους, γιατί πολύ συχνά αποτελεί αφορμή κρι­τικής και οίκτου όσον αφορά την εμ­φάνιση. Η κακή στάση σώματος, η εμφάνιση ενός ανθρώπου ατημέλητου και βρώμικου ίσως και επιφέρει άσχημη εντύπωση.

Πολλά από τα άτομα που έχουν πρόβλημα όρασης για τον ίδιο λόγο αποφεύγουν να δεχτούν πρόσκληση σε τραπέζι, γιατί ενώ μπορούν να σταθούν σωστά σε άλλες περιστά­σεις, η δυσκολία που ίσως αντιμετω­πίζουν στη διαδικασία του φαγητού, τους αποτρέπει από μια τέτοιου είδους κοινωνική συναναστροφή.

Έτσι οι τεχνικές φαγητού είναι ο τομέας εκείνος των δεξιοτήτων που είναι αυστηρά προσωπικός γιατί δεν θα πρέπει το άτομο που τις διδάσκεται να νιώθει ότι γυρίζει στην παιδική ηλικία όπου οι γο­νείς του τον μάθαιναν να τρώει μόνος του. Ο εκπαιδευτής πρέπει να δείχνει σεβασμό στις συνήθειες του εκπαιδευόμενου απ' τη στιγμή που εξυπηρετούν τις προσωπικές ανάγκες ή δεν μπορούν να αλλάξουν.

Αλλά και στο χώρο του σπιτιού το άτομο με πρόβλημα όρασης μαθαίνει τεχνικές ώστε να μπορεί να ανταπο­κρίνεται στις ανάγκες του νοικοκυ­ριού, του μαγειρέματος κτλ, βασιζόμε­νος τόσο σε ειδικές τεχνικές, όσο και στη χρήση τεχνικών βοηθημάτων, ό­που αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαί­ο.

Η εκμάθηση γραφής βλεπόντων για τους εκ γενετής τυφλούς, η χρήση τεχνικών και βοηθημάτων γραφής για να συνεχίσουν τη γραφή οι νεοτυφλωθέντες, η εκμάθηση Braille που είναι η γραφή των τυφλών, είναι σημαντικά θέματα της εκπαίδευσης και διευκο­λύνουν τη γραπτή επικοινωνία.

Βασικό κομμάτι της εκπαίδευσης στις ΔΚΔ είναι η αναγνώ­ριση και χρήση των χρημάτων που σχετί­ζεται με την επικοινω­νία με τους βλέποντες και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εκ­παίδευσης ακόμα και για κείνους τους εκ­παιδευόμενους που δεν συμμετέχουν σε μαθήματα ΔΚΔ, αλλά μόνο στην Κ-Π, γιατί, δεν έχει νόημα το να μπορεί κανείς να ε­ντοπίζει τα μαγαζιά της γειτονιάς του αν δεν μπορεί να ψωνίζει απ' αυτά.

Τα μαθήματα στις ΔΚΔ, τουλάχιστον όσον αφορά στους ενήλι­κες, παρέχονται στο χώρο κατοικίας του εκπαιδευόμενου. Αυτός ο παράγοντας είναι μια πρόσθετη δυσκολία για τον εκπαιδευτή γιατί ενώ κάνει τη δουλειά του πρέπει να σέβεται τον προσωπικό χώρο του εκπαιδευόμενου, ώστε ούτε ο ίδιος αλλά ούτε και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, να νιώσουν ότι κάποιος ξένος «εισβάλλει» στο σπίτι τους.

Ο εκπαιδευτής πρέπει να λάβει υπόψη τον τρόπο ζωής του εκ­παιδευόμενου και της οικογένειας του ώστε να προτείνει τις απα­ραίτητες προσαρμογές που θα τους διευκολύνουν και θα τους α­νακουφίσουν.

Αυτό το σημείο είναι πολύ λεπτό γιατί πολλές φορές τα υπόλοι­πα μέλη της οικογένειας νιώθουν είτε ενοχές υιοθετώντας μια υ­περπροστατευτική στάση, είτε ασυνείδητα ασκούν εξουσία στον εκπαιδευόμενο θέλοντας να ορίσουν τη ζωή του.

Τέτοιου είδους συναισθήματα πρέπει να ανιχνευθούν από τον εκπαιδευτή που θέλει το οικογενειακό περιβάλλον του εκπαιδευόμενου αρωγό στην εκπαιδευτική διαδικασία και όχι αντίπαλο.

Αντικειμενικοί αλλά και ψυχολογικοί παράγοντες υπεισέρχονται στην εκπαίδευση στους παραπάνω τομείς επηρεάζοντας τη σχέση εκπαιδευτή-εκπαιδευόμενου, εκπαιδευτή-οικογενειακού περιβάλ­λοντος αλλά και του ίδιου του εκπαιδευόμενου πρώτα με τον εαυτό του αλλά και με την οικογένεια του.

Οι ρόλοι των ατόμων που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδι­κασία πρέπει να αποσαφηνίζονται από την αρχή της συνεργασίας τους.

Η εκπαίδευση είναι εξατομικευμένη και διαφοροποιείται ανά­λογα με την αιτία της απώλειας όρασης, το ποσοστό λειτουργικής όρασης, με την ηλικία εκδήλωσης του προβλήματος όρασης, με την ηλικία που ξεκινά την εκπαίδευση, με την ύπαρξη πιθανών επιπρό­σθετων δυσκολιών.

Το εκπαιδευτικό πρόγραμμα διαμορφώνεται σύμφωνα με τις α­νάγκες, επιθυμίες, ενδιαφέροντα και τις δυνατότητες του εκπαι­δευόμενου.

Για παράδειγμα, όταν η εκπαίδευση στην Κ-Π απευθύνεται σ' έ­να εκ γενετής τυφλό άτομο πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στον προσανατολισμό αφού ο εκπαιδευόμενος δεν έχει δει σχήμα­τα, και δεν γνωρίζει έννοιες.

Αντίθετα στους νεοτυφλωθέντες ο εκπαιδευτής έρχεται αντιμέ­τωπος με τα ψυχολογικά προβλήματα που δημιουργεί στο άτομο η απώλεια όρασης. Αυτά διαφοροποιούνται σε ένταση από την δο­μημένη προσωπικότητα του εκπαιδευόμενου, από την ηλικία του, από το αν ήταν σταδιακή ή ξαφνική η απώλεια όρασης. Ο εκπαιδευόμενος εκπαιδεύεται σε καινούργιους τρόπους για να εκτελεί αυτές τις δραστηριότητες που έκανε πριν χάσει την όραση του, α­νακαλύπτει δυνατότητες που εξακολουθεί να έχει και μετά την απώλεια όρασης, συνειδητοποιώντας παράλληλα την απώλεια.

Απλές καθημερινές τεχνικές όπως είναι η «μέθοδος του ρολο­γιού» κυρίως στις ΔΚΔ, ενισχύουν την εικόνα του εκπαιδευόμενου για τον εαυτό του και ενισχύουν την αυτοπεποίθηση του.

Όσον αφορά την εκπαίδευση των μερικώς βλεπόντων, ο εκπαι­δευτής πρέπει να έχει υπόψη το εύρος των διαφορετικών περιπτώ­σεων ανάλογα με το ποσοστό της εναπομείνασας όρασης. Είναι α­παραίτητος ο από κοινού σχεδιασμός του εκπαιδευτικού προγράμ­ματος, αξιολογώντας αρχικά τη λειτουργική όραση του εκπαιδευό­μενου στο εσωτερικό και εξωτερικό περιβάλλον τόσο κατά την διάρκεια της ημέρας αλλά και της νύχτας και ανάλογα με τις συν­θήκες φωτισμού στους χώρους τους οποίους κινείται. Είναι σημα­ντικό να αναφέρουμε ότι κάποιες χρωματικές αντιθέσεις που μπο­ρεί να εξυπηρετούν ένα άτομο να μη διευκολύνουν κάποιο άλλο.

Σημαντικός ρόλος του εκπαιδευτή είναι μέσα από την παρατή­ρηση, η αξιολόγηση της κίνησης του εκπαιδευομένου σε πολυσύ­χναστα μέρη, έτσι ώστε να κρίνει το είδος του μπαστουνιού που χρειάζεται, είτε προτείνοντας το μπαστούνι σύμβολο που λειτουργεί ως ένδειξη για τους βλέποντες ότι το άτομο που κυκλοφορεί δί­πλα τους έχει πρόβλημα όρασης, είτε το λευκό μακρύ μπαστούνι που χρησιμοποιούν και τα άτομα με ολική απώλεια όρασης.

Ανάλογα με τις ανάγκες και τις συνθήκες του περιβάλλοντα χώ­ρου, το άτομο με μερική όραση χρησιμοποιεί άλλοτε το μπαστού­νι σύμβολο και άλλοτε το μακρύ λευκό μπαστούνι.

Επίσης η χρήση οπτικών βοηθημάτων διευκολύνει σε σημαντι­κό βαθμό τις δραστηριότητες ενός ατόμου με μερική όραση.

Η εκπαίδευση στη χρήση οπτικών βοηθημάτων γίνεται σε συ­νεργασία του εκπαιδευτή με τον οπτομέτρη χαμηλής όρασης, που είναι ο πλέον αρμόδιος για να προτείνει τα κατάλληλα οπτικά βοη­θήματα, ανάλογα με τις δραστηριότητες του κάθε ατόμου.

Η εκπαίδευση δεν απευθύνεται μόνο στα άτομα που δεν κινού­νται ανεξάρτητα. Ακόμα και άτομα που μόνα τους έχουν υποχρεω­θεί να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες της καθημερινότητας βρίσκο­ντας δικές τους τεχνικές, μπορούν να επωφεληθούν με την συμμε­τοχή τους στην εκπαίδευση, προσαρμόζοντας τις τεχνικές τους, ώ­στε να μπορούν να ανταποκριθούν σε πόλεις και κοινωνίες που κα­τά μία έννοια γίνονται εχθρικές για όλους και ιδιαίτερα για τα άτο­μα με πρόβλημα όρασης.

Οι νέες συνθήκες όπως η λειτουργία του μετρό, το έντονο κυ­κλοφοριακό, η όλο και μεγαλύτερη χρήση ψηφιακών μηχανών, καθι­στούν αναγκαία την συνεχή εκπαί­δευση των ατόμων με πρόβλημα ό­ρασης.

Ο εκπαιδευτής Κ-Π και ΔΚΔ εί­ναι δίπλα του και μπορούν μαζί να συνεργαστούν για την άμεση βελτί­ωση της ζωής του.

Οι συνέπειες της απώλειας όρασης στη ζωή ενός ανθρώπου

Η απώλεια όρασης στην ενήλικη ζωή είτε έρχεται ξαφνικά είτε αργά, σταδιακά σημαίνει απώλεια μιας ζωής που έχει γίνει μέρος του ανθρώπου. Σημαίνει το τέλος συγκεκριμένων μεθόδων και πρα­κτικών στην καθημερινή του ζωή, την απώλεια σχέσεων που έχει χτίσει με άλλους ανθρώπους, με το περιβάλλον, με τον κόσμο γύρω του μέσα από τα χρόνια που έχουν περάσει.

Η απώλεια όρασης είναι ένα χτύπημα καταστρεπτικό για ολό­κληρη την εικόνα του ατόμου για τον εαυτό του, μια εικόνα που έ­χει κατασκευάσει ασυνείδητα, αλλά πολύ προσεκτικά στη διάρκεια όλης του της ζωής. Πρόκειται για ένα χτύπημα στην ίδια του την ύ­παρξη, για μια γενικότερη απώλεια όλης της μέχρι τώρα οργάνω­σης της προσωπικότητας του.

Πιο συγκεκριμένα ένας άνθρωπος που χάνει την όραση του υφί­σταται πολλές απώλειες, η καθεμιά από τις οποίες είναι σοβαρή α­πό μόνη της:

  1. Κλονίζεται η ψυχολογική του ασφάλεια: χάνει την αίσθηση της σωματικής ολότητας, νιώθει διαφορετικός από αυτό που ήταν πριν, αλλά και διαφορετικός σε σχέση με τους άλλους, χάνει την ε­μπιστοσύνη στις υπόλοιπες αισθήσεις, αλλά και την επαφή του με τον κόσμο γύρω του (όπως μέχρι τώρα εννοούσε την επαφή μέσω της όρασης).
  2. Δυσκολεύεται σε βασικές δεξιότητες, σε τεχνικές καθημερι­νές διαβίωσης που μέχρι τώρα εφήρμοζε, παύει να κινείται ελεύθε­ρα ή κινείται διστακτικά έχοντας κινδύνους και εμπόδια να αντιμε­τωπίσει, νιώθει αμηχανία περπατώντας μπροστά σε άλλους φοβού­μενος μην πέσει, κλπ.
  3. Προβλήματα αντιμετωπίζει και στον τομέα της επικοινωνίας: χάνει την άνεση του να γράφει και να διαβάζει με αποτέλεσμα ίσως να μην μπορεί να παραμείνει στην εργασία του, ενώ παράλληλα χά­νει την άνεση του και στην προφορική επικοινωνία καθώς δεν έχει τη δυνατότητα να αντιλαμβάνεται τη στάση του σώματος, τις χειρο­νομίες και τις εκφράσεις προσώπου του συνομιλητή του. Ταυτόχρονα χάνει τη δυνατότητα ενημέρωσης του μέσα από το διάβασμα εντύπων και την παρατήρηση ανθρώπων και πραγμάτων.
  4. Αδυνατεί να εκτιμήσει οπτικά διάφορα πράγματα, να αντιλη­φθεί το ωραίο, να δει αγαπημένα πρόσωπα.
  5. Τις περισσότερες φορές χάνει την εργασία του, την καριέρα του, τους επαγγελματικούς στόχους που είχε θέσει, καθώς έχει πια περιορισμένες ευκαιρίες. Κατά συνέπεια χάνει την οικονομική του άνεση και ανεξαρτησία, αλλά και τις δυνατότητες αναψυχής που μέχρι τώρα είχε.
  6. Όλα όσα αναφέρθηκαν οδηγούν σε μια γενικότερη απώλεια στο σύνολο της προσωπικότητας. Χάνεται η προσωπική ανεξαρτη­σία, η κοινωνική επάρκεια, η θέση που είχε στην οικογένεια και στην κοινωνία. Χάνεται όμως ταυτόχρονα και η ιδιωτική ζωή, η δυ­νατότητα να κινείται κανείς ανάμεσα στους άλλους χωρίς να ξεχω­ρίζει, η δυνατότητα να περνά απαρατήρητος. Με τον τρόπο αυτό χάνεται τελικά η αυτοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση. Επέρχεται σταδιακά μια γενικότερη απώλεια όλης της μέχρι τώρα οργάνωσης της προσωπικότητας.

Ένας άνθρωπος που χάνει την όραση του ως ενήλικας περνά α­πό μια διαδικασία πένθους για τη ζωή που έφυγε. Πρόκειται για μια συναισθηματική διαδικασία απαραίτητη για την αποκατάσταση του, η οποία απαιτεί όμως χρόνο, ενέργεια και κουράγιο. Η διαδικασία του πένθους ξεκινά με το σοκ στο άκουσμα της διάγνωσης, συνεχί­ζει με άρνηση της πραγματικότητας, ακολουθεί η προσπάθεια δια­τήρησης της ελπίδας, η οποία καταλήγει σε θυμό, οργή και τελικά σε κατάθλιψη και απομόνωση.

Σταδιακά όμως επέρχεται η αποδοχή της απώλειας της όρασης ως πραγματικότητας και μέσα από συναισθήματα πόνου και λύπης γίνεται τελικά η εισαγωγή στη νέα κατάσταση. Η ζωή διαμορφώνε­ται πλέον μέσα από νέα δεδομένα και με νέους κανόνες. Η προσωπικότητα αναδιοργανώνεται μέσα από νέα σχήματα. Η ζωή μπορεί ακόμα να είναι όμορφη.

Μετά την ολοκλήρωση της δια­δικασίας πένθους, όταν το άτομο έχει αποδεχθεί την κατάσταση ως πραγματικότητα και είναι έτοιμος να την αντιμετωπίσει, επιθυμεί να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα απο­κατάστασης και να δεχθεί εκπαί­δευση στην Κινητικότητα, τον Προσανατολισμό (Κ/Π) και τις Δε­ξιότητες Καθημερινής Διαβίωσης (ΔΚΔ). Τότε μόνο μπορεί να αξιο­λογήσει την πραγματικότητα και να κάνει προσαρμογές σε αυτήν . Μέσα από την εκπαίδευση εντοπίζει τις δυσκολίες και τις δυνατό­τητες του και μαθαίνει νέες τεχνικές και μεθόδους για να παραμεί­νει ανεξάρτητος. Μέσα από όλη αυτή την εκπαιδευτική διαδικασία προκύπτουν συναισθήματα ανακούφισης και ενδυνάμωσης, η αυ­τοπεποίθηση και η αυτοεκτίμηση ενισχύονται.

Η σχέση εκπαιδευτή - εκπαιδευόμενου μέσα από τη διαδικασία εκπαίδευσης στην Κ-Π και τις ΔΚΔ

Σύμμαχος ενός ατόμου με πρόβλημα όρασης στην προσπάθεια του να επανακτήσει την ανεξαρτησία του είναι ο/η εκπαιδευτής/τρια Κινητικότητας / Προσανατολισμού (Κ/Π) και Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης (ΔΚΔ). Μέσα από την εκπαιδευτική διαδι­κασία αναπτύσσεται η σχέση εκπαιδευτή-εκπαιδευόμενου, προκύ­πτουν συναισθήματα, ανταλλάσσονται απόψεις. Υπάρχει μια συνε­χής αλληλεπίδραση μεταξύ τους, η οποία επηρεάζει την εκπαιδευ­τική διαδικασία. Ο εκπαιδευτής γνωρίζει τη σχέση αυτή και έχει τη δυνατότητα να τη χρησιμοποιήσει θετικά προς όφελος του εκπαι­δευόμενου του, διευκολύνοντας το εκπαιδευτικό έργο και συνει­σφέροντας πιο αποτελεσματικά στην προσπάθεια του εκπαιδευό­μενου να αποκτήσει νέες δεξιότητες.

Θετικά συναισθήματα διευκολύνουν τη διαδικασία της μάθησης. Αρνητικά τη δυσχεραίνουν. Ο εκπαιδευτής πρέπει να κρατά από­σταση από τον εκπαιδευόμενο, να λειτουργεί ουδέτερα και να ε­λέγχει τις αντιδράσεις του.

Συχνά ο εκπαιδευόμενος νιώθει φόβο ή άγχος κατά την εκπαί­δευση. Κινείται σε ένα περιβάλλον που δεν του είναι οικείο, ίσως του είναι και απειλητικό. Καθώς μαθαίνει νέες τεχνικές για να κινεί­ται, νιώθει φόβο μην χτυπήσει. Αυτός ο φόβος μπορεί να εκδηλω­θεί με διάφορα σωματικά συμπτώματα και να μπλοκάρει το λογικό τρόπο σκέψης του εκπαιδευόμενου. Συνήθως το άγχος εμφανίζεται σε καταστάσεις επικίνδυνες, σε άγνωστα μέρη ή σε πολύπλοκα ση­μεία. Εσφαλμένη αντίδραση του εκπαιδευόμενου μπορεί να οφείλε­ται στο άγχος που βιώνει εκείνη τη στιγμή και αυτό δεν πρέπει να παραβλέπεται από τον εκπαιδευτή. Η μετάβαση από ένα στάδιο εκ­παίδευσης στο επόμενο δεν πρέπει να γίνεται γρήγορα, παρά μόνο όταν έχουν κατακτη­θεί οι προηγούμενοι στόχοι και έχει απο­κτηθεί η απαραίτητη άνεση. Ο εκπαιδευτής πρέπει να συζητά με τον εκπαιδευόμενο το­νίζοντας του ότι ο φό­βος είναι φυσική αντί­δραση, για την οποία δεν θα πρέπει να ντρέπεται, βοηθώντας τον έτσι να ελέγχει τις συνέπειες του άγχους στην απόδοση του.

Οι εκπαιδευόμενοι ξεκινούν συχνά την εκπαίδευση σε μία κα­τάσταση εξάρτησης α­πό το οικογενειακό περιβάλλον, καθώς μέχρι εκείνη τη στιγμή αντι­μετωπίζουν έντονα προβλήματα στον προσανατολισμό και τη μετα­κίνηση τους ακόμα και μέσα στο σπίτι τους, όπως συμβαίνει κυρί­ως στην περίπτωση των νεοτυφλωθέντων. Στην αρχή η κίνηση χω­ρίς όραση τους φαίνεται αδύνατη, όμως μέσα από ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης στην Κ/Π ανακαλύπτουν τις δυνατότητες τους, αλλά και τις πραγματικές δυσκολίες τους. Στο σημείο αυτό ο εκπαιδευ­τής βοηθά τον εκπαιδευόμενο να αντιληφθεί και να δεχτεί τα όρια των δυνατοτήτων του παρακινώντας τον να συνεχίσει την προσπά­θεια του αν είναι διστακτικός, ενώ μπορεί να καταφέρει περισσότε­ρα, ή αντίθετα να περιοριστεί σε ότι μέχρι τώρα έχει κατακτήσει σε περίπτωση που ο εκπαιδευόμενος επιδιώκει στόχους υψηλότερους των δυνατοτήτων του. Κάτι τέτοιο θα τον οδηγούσε σε συνεχείς α­ποτυχίες και απογοητεύσεις. Στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να δέ­χεται το γεγονός της πραγματικής του εξάρτησης από άλλα άτομα.

Εξάρτηση συναντούμε όμως και στη σχέση του εκπαιδευόμενου με τον εκπαιδευτή του. Μπορεί αρχικά να εξαρτάται από αυτόν για να κατακτήσει νέες γνώσεις και δεξιότητες, όμως στην πορεία μέ­σα από την εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται και όσο νέες δεξιότη­τες κατακτώνται ο εκπαιδευτής ωθεί τον εκπαιδευόμενο σε όλη και μεγαλύτερη ανεξαρτησία, καθώς η εκπαίδευση περνά από το ένα στάδιο στο επόμενο.

Ο εκπαιδευτής έχει τη δυνα­τότητα να βοηθήσει τον εκπαι­δευόμενο να διατηρήσει μια ι­σορροπία μεταξύ πραγματικής και μη πραγματικής εξάρτησης.

Δυσκολίες στο εκπαιδευτικό έργο προκύπτουν συχνά και α­πό την εικόνα του εαυτού του, που έχει ο εκπαιδευόμενος σε σχέση με τον κόσμο γύρω του. Η συνεχής αίσθηση ότι είναι το κέντρο της προσοχής, ότι ίσως φέρεται με τρόπο παράξενο ή κοινωνικά μη αποδεκτό, ο φό­βος μήπως πχ. δεν τρώει σωστά ή παραπατάει στο δρόμο, δυ­σχεραίνουν την εκπαιδευτική διαδικασία: διστάζει περισσότερο, παύει να κινείται ελεύθερα. Αυ­τό επιδεινώνεται με την επίγνωση του εκπαιδευόμενου για την εσφαλμένη εικόνα που έχει η πλειοψηφία των βλεπόντων σχετικά με τα άτομα με προβλήματα όρασης, που θεωρούνται ως άτομα πλή­ρως εξαρτημένα με συνεχή ανάγκη της βοήθειας τους.

Ένας νέος εκπαιδευόμενος δεν κινείται άνετα καθώς τώρα δι­δάσκεται τις τεχνικές. Επιπλέον το λευκό μπαστούνι τραβά την προσοχή. Πιστεύει ότι όλοι τον βλέπουν, ακόμα και αν δεν τον βλέ­πουν, αίσθηση που επηρεάζει αρνητικά το εκπαιδευτικό έργο και για πολλούς ακόμα αναστέλλει ή αποκλείει εντελώς την ιδέα να δε­χτούν μια τέτοια εκπαίδευση. Η πρόοδος τους όμως στη χρήση του λευκού μπαστουνιού, οι επιτυχίες τους, η άνεση και η αυτονομία που επιτυγχάνουν σταδιακά τους ενθαρρύνει να συνεχίσουν, βελ­τιώνοντας έτσι την εικόνα του εαυτού τους. Η προσπάθεια τους για κατάκτηση της ανεξαρτησίας ενισχύεται σημαντικά από τα ειλικρι­νή σχόλια των εκπαιδευτών τους με την παρουσίαση των θετικών αποτελεσμάτων της εκπαίδευσης, αλλά και από τη διακριτική και ευγενική αντιμετώπιση του κόσμου.

Αναμενόμενη είναι και η αντίδραση του εκπαιδευόμενου, η ο­ποία εκδηλώνεται είτε ως άρνηση να κρατήσει το λευκό μπαστούνι ή να δεχτεί οποιαδήποτε εκπαίδευση είτε ως συνεχείς αντιρρήσεις να εκτελέσει όσα διδάσκεται. Άλλες φορές πάλι μέσα από συνεχείς ακυρώσεις μαθημάτων διακρίνεται η απροθυμία του να συνεχίσει. Η αντίδραση αυτή προέρχεται ίσως από το φόβο του να προχωρή­σει στα πιο δύσκολα ή από πιέσεις μιας υπερπροστατευτικής οικο­γένειας η οποία δεν συμφωνεί με την ιδέα της ανεξάρτητης κίνη­σης του ή απλά από την επιθυμία του ίδιου του εκπαιδευόμενου να παραμείνει εξαρτημένος αποφεύγοντας την ένταξη στο περιβάλλον γύρω του. Όποια και αν είναι η αιτία, ο εκπαιδευτής μέσα από συ­ζήτηση μπορεί να την ανακαλύψει, να την αντιμετωπίσει και να δρά­σει ανάλογα.

Ο εκπαιδευτής ίσως νιώθει συχνά φόβο ή ανασφάλεια για το έρ­γο του κυρίως όταν δεν μπορεί να ελέγχει τις συνθήκες γύρω του ή την επίδοση του εκπαιδευόμενου του. Τότε υπάρχει ο κίνδυνος να θέτει περιορισμούς στον εκπαιδευόμενο του, να γίνεται υπερπρο­στατευτικός και να τον εμποδίζει να κάνει μόνος του πράγματα που θα κατάφερνε.

Βασικό στοιχείο τέλος της εκπαιδευτικής διαδικασίας είναι η ι­κανοποίηση του εκπαιδευτή από την απόδοση του εκπαιδευόμενου του, η οποία συντηρεί το ενδιαφέρον του για τη δουλειά του και τον βοηθά να χτίζει καλές σχέσεις με τους εκπαιδευόμενους του, συμ­βάλλοντας αποτελεσματικά στην πρόοδο τους.

Η επίγνωση της συνεισφοράς του στην ευτυχία του εκπαιδευό­μενου του, καθώς και η πρόοδος που επιτυγχάνει ο εκπαιδευόμε­νος περνώντας από την εξάρτηση στην ανεξαρτησία, κάνουν τον εκπαιδευτή να νιώθει όμορφα με τη δουλειά του και να επικοινωνεί καλύτερα με τον εκπαιδευόμενο του, ο οποίος με τη σειρά του νιώ­θοντας την ικανοποίηση του εκπαιδευτή του, αποδίδει καλύτερα.

Ο εκπαιδευτής Κ/Π είναι ένας επαγγελματίας που βοηθά τον άν­θρωπο με πρόβλημα όρασης να προσαρμοστεί σε μια νέα κατάστα­ση αναπτύσσοντας το μέγιστο των δυνατοτήτων του και αντλεί χα­ρά βλέποντας τον να επανακτά την ανεξαρτησία του και την αξιο­πρέπεια του.

Παράμετροι που επηρεάζουν την εκπαίδευση στην Κ-Π και τις ΔΚΔ

Ο εκπαιδευτής Κ/Π πρέπει να συνεργάζεται στα πλαίσια διεπι­στημονικής ομάδας με άλλους επαγγελματίες (κοινωνική λειτουρ­γός, ψυχολόγος, εργοθεραπευτής, οπτομέτρης, κλπ), ο καθένας α­πό τους οποίους αξιολογεί τον εκπαιδευόμενο από τη δική του ο­πτική γωνία έτσι ώστε αυτός να αντιμετωπίζεται σαν σύνολο και να δέχεται όλες τις υπηρεσίες που είναι απαραίτητες για να καλύπτο­νται οι επιμέρους ανάγκες του.

Μέσα από τις τακτές συναντήσεις της διεπιστημονικής ομάδας, ανταλλάσσονται στοιχεία, εμπειρίες και απόψεις. Διαφορετικά, έλ­λειψη αυτής της ομάδας αναγκάζει τον εκπαιδευτή να παρεμβαίνει σε περιοχές που βρίσκονται πέρα από το πεδίο δράσης του. Ο εκ­παιδευτής Κ/Π και ΔΚΔ πρέπει να ξεκαθαρίζει με σαφήνεια τα όρια του επαγγέλματος του και παράλληλα να έρχεται σε επαφή με άλ­λους επαγγελματίες της αποκατάστασης και να τους εξηγεί με α­κρίβεια το περιεχόμενο της δουλειάς του. Μέσα από αυτούς μπο­ρεί να μάθει πολλά, αλλά και εκείνοι από αυτόν, έτσι ώστε να ενερ­γούν όλοι μαζί προς όφελος των εκπαιδευομένων.

Στην εκπαιδευτική διαδικασία πρωτεύοντα ρόλο παίζει η στήρι­ξη της οικογένειας, η οποία και αυτή με τη σειρά της χρειάζεται και η ίδια στήριξη, καθώς περνά από τα ίδια στάδια 'πένθους' μέχρι να φτάσει στην τελική αποδοχή του προβλήματος όρασης του μέλους της. Η οικογένεια αρχικά αρνείται το γεγονός, αισθάνεται αδύναμη και αβοήθητη, ανεπαρκής, ίσως και ένοχη. Είναι συχνό το φαινό­μενο μέλη της οικογένειας να αρνούνται για καιρό το πρόβλημα, να αποτρέπουν τον εκπαιδευόμενο από την προσπάθεια του, να φοβούνται ή να μην τον εμπιστεύ­ονται, μη δίνοντας του ευκαιρίες να εφαρ­μόσει σε ώρες πέρα των μαθημάτων όσα διδάσκεται από τον εκπαιδευτή του. Άλ­λες φορές πάλι βιάζονται και δεν του αφή­νουν περιθώριο να ολοκληρώσει μόνος κάποιες δραστηριότητες ή διαδρομές.

Χρειάζεται ενημέρωση της οικογένειας για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, εκπαίδευση της σε συγκεκριμένες τεχνικές, έτσι ώστε να συνεχίζεται και στο σπίτι το έργο του εκπαιδευτή, επαφή με άλλες οικογένειες που βρίσκονται αντιμέτωπες με την ίδια κατάσταση, ανοιχτή επικοινωνία και ειλι­κρίνεια μεταξύ των μελών της οικογένειας και του μέλους με πρό­βλημα όρασης σχετικά με τις δυσκολίες και τα συναισθήματα που προκύπτουν.

Η οικογένεια μπορεί και πρέπει να εμπλακεί ενεργά, μπορεί σί­γουρα να συνεισφέρει αποτελεσματικά στην εκπαιδευτική διαδικα­σία εκφράζοντας στον εκπαιδευόμενο την αποδοχή και την αγάπη της, προσφέροντας του παράλληλα κίνητρα και αφήνοντας του πε­ριθώρια να ενεργεί μόνος. Με την στήριξη, κατανόηση και προτρο­πή της οικογένειας του, αποδέχεται πιο εύκολα τον εαυτό του και κινητοποιείται και ο ίδιος περισσότερο για να τον βοηθήσει.

Η εκπαίδευση στην Κινητικότητα και τον Προσανατολισμό γίνε­ται σε συνεχή επαφή με τον κόσμο γύρω μας και μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Το γεγονός αυτό παρά τα θετικά στοιχεία που συνεπά­γεται, φέρνει μαζί του και πολλά αρνητικά:

α. Ο εκπαιδευόμενος είναι διαρκώς αντικείμενο παρατήρησης από τους περαστικούς με όλες τις δυσμενείς επιπτώσεις που επι­φέρει αυτό στην εικόνα του εαυτού του, θέμα το οποίο παρουσιά­στηκε νωρίτερα.

β. Ο κόσμος γύρω, σχεδόν πάντα α­γνοώντας της διαδικασία της εκπαί­δευσης, επεμβαίνει για να βοηθήσει τον εκπαιδευόμενο, πολλές φορές χω­ρίς να ρωτήσει αν πράγματι χρειάζεται βοήθεια και σχεδόν πάντα με λάθος τρόπο, είτε σπρώχνοντας τον είτε τρα­βώντας τον από το χέρι. Όλοι θα πρέ­πει να σέβονται την προσπάθεια ενός ανθρώπου με πρόβλημα όρασης να κι­νείται μόνος, και πριν επέμβουν, να τον ρωτούν αν χρειάζεται βοήθεια, α­φήνοντας τον πάντα να τους υποδει­κνύει το σωστό τρόπο.

γ. Το εξωτερικό περιβάλλον των με­γαλουπόλεων κρύβει πολλές δυσκολί­ες και κινδύνους, και ένα άτομο με πρόβλημα όρασης χρειάζεται πολύ κουράγιο, υπομονή και θέληση για να αντεπεξέλθει σ' αυτό. Δεν χρειάζεται να αναφερθούν παραδείγματα. Μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας μας ενημερώνει πλήρως για την κατάσταση.

Μέσα από το διοικητικό συμβούλιο και την υπηρεσία Κ/Π και ΔΚΔ του Π.Σ.Τ., υπάρχει συνεχής επαφή με οργανισμούς και φο­ρείς, προτείνεται, υποστηρίζεται και απαιτείται πολλές φορές η ε­φαρμογή σωστών πρακτικών για τη βελτίωση των συνθηκών μετα­κίνησης των ανθρώπων με πρόβλημα όρασης.

Τέλος ο πολύ μικρός αριθμός εκπαιδευτών Κ/Π και ΔΚΔ δυσχε­ραίνει το έργο τους, δημιουργώντας μεγάλη λίστα αναμονής για ό­σους επιθυμούν να εκπαιδευτούν. Παράλληλα καλύπτονται ανά­γκες και σε άλλες πόλεις: το 1994 πραγματοποιήθηκε πρόγραμμα εκπαίδευσης βλεπόντων εκπαιδευτών στη Ρόδο. Έχει γίνει επίσκε­ψη στο ειδικό δημοτικό σχολείο τυφλών στα Ιωάννινα, ενώ μέσα στο 2000 πραγματοποιήθηκε πρόγραμμα εκπαίδευσης στην Κ/Π και τις ΔΚΔ στο ειδικό δημοτικό σχολείο τυφλών Πάτρας με τη συνεργασία Π.Σ.Τ και Κ.Ε.Α.Τ.

Οφέλη από την εκπαίδευση

Η εκπαίδευση γίνεται με θέληση και αίτημα του ίδιου του ενδια­φερόμενου. Αν δεν υπάρχει ουσιαστικό αίτημα από τη μεριά του δεν είναι δυνατό να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει την εκπαίδευση. Όταν όμως υπάρχει πραγματική ανάγκη και ουσιαστικό αίτημα τό­τε τα οφέλη που αποκομίζει ο ενδιαφερόμενος από την εκπαίδευ­ση είναι μεγάλα και πολλαπλά.

Αρχικά βελτιώνεται η Κινητικότητα και ο Προσανατολισμός στο χώρο (εσωτερικό και εξωτερικό), γνωστό και άγνωστο. Αποκτά μια πολύτιμη γνώση για τις τε­χνικές που μπορεί να χρησι­μοποιεί για κάθε περίπτωση και οι οποίες τον προφυλάσ­σουν από εμπόδια και περι­βαλλοντολογικούς κινδύ­νους. Οι τεχνικές Κ/Π παρέ­χουν στο άτομο που τις χρη­σιμοποιεί ασφάλεια, άνεση και ανεξαρτησία, ενώ μετα­κινείται από το ένα μέρος στο άλλο.

Παρέχουν ασφάλεια γιατί ειδοποιούν το άτομο για τα εμπόδια που υπάρχουν εμπρός του, ανακαλύπτουν τα κενά στο έδαφος και προσανατολίζουν σωστά ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος να χαθεί το άτομο με πρόβλημα όρασης.

«Όταν άρχισε η εκπαίδευση μου στην κινητικότητα, αισθάνθηκα τον κόσμο πως ήρθε κοντά μου. Το περιβάλλον μου έγινε τελείως ζωντανό». Λόγια της Hellen Keller που επισημαίνει τη σπουδαιότη­τα της εκπαίδευσης του ατόμου με πρόβλημα όρασης στην Κινητι­κότητα και τον Προσανατολισμό.

Όπως είναι γνωστό, η περιορισμένη ή καθόλου όραση επιφέρει σημαντικούς περιορισμούς στην ικανότητα του ατόμου να κινηθεί στο περιβάλλον του. Η διαφορά μεταξύ ενός τυφλού κι ενός βλέπο­ντα πεζού είναι η διαφορετική ποιότητα και ποσότητα των πληρο­φοριών που παίρνουν από το περιβάλλον που κινούνται.

Για κάποιον που βλέπει η κίνηση στο χώρο επιτυγχάνεται χωρίς κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια του ατόμου. Είναι εύκολο γι' αυτόν να κινηθεί γρήγορα και με ασφάλεια σ' ένα δρόμο και να διορθώσει ή να μεταβάλλει τη πορεία του αν συναντήσει εμπόδια. Αντίθετα, ένα τυφλό άτομο χρειάζεται να πραγματοποιήσει μια περίπλοκη νοητι­κή διεργασία και προσπάθεια προκειμένου να μετακινηθεί σ' ένα γνωστό ή άγνωστο γι' αυτό χώρο.

Το άτομο με πρόβλημα όρασης χρειάζεται εκπαίδευση στην Κ/Π με κύριο στόχο να κινείται με ανεξαρτησία, ασφάλεια, αποδοτικότη­τα και άνεση στο περιβάλλοντα χώρο του.

Εάν κάποιος έχει καλή Κ/Π έχει αυξήσει κατά την αυτοπεποίθη­ση του και την ανεξαρτησία του. Εάν δεν έχει καλή Κ/Π, θα πρέπει συνεχώς να αναζητά βοήθεια για να αντεπεξέλθει στις καθημερινές του δραστηριότητες (εργασία, διασκέδαση, υποχρεώσεις κτλ)

Οι διάφοροι περιορισμοί στο να κινείται ένα άτομο ελεύθερα στο χώρο του, επιδρούν στη ζωή του κατά δύο τρόπους, πρώτον μειώνοντας τις δυνατότητες για περισσότερες εμπειρίες και δεύτε­ρον περιορίζοντας σε κάποιο βαθμό τις κοινωνικές σχέσεις.

Μέσα από την κίνηση και την ελεύθερη μετακίνηση σε οποιοδή­ποτε χώρο, το άτομο αναπτύσσει ταυτόχρονα κι άλλες ικανότητες και δυνατότητες που αυτές με τη σειρά τους οδηγούν στη ανάπτυ­ξη της όλης προσωπικότητας του.

Η κοινωνικοποίηση, η ελεύθερη επιλογή και λήψη αποφάσεων, η αποδοχή από τον συνάνθρωπο, η κατάκτηση της ανεξαρτησίας, αλλά και n ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης του ατόμου με πρόβλημα όρασης, είναι από τα βασικότερα οφέλη της εκπαίδευσης στην Κ/Π.

Με λίγα λόγια, «η Κινητικότητα παίρνει το άτομο με πρόβλημα ό­ρασης από το χέρι και το οδηγεί στη ζωή.»

Η εκπαίδευση στις Δεξιότητες Καθημερινής Διαβίωσης (ΔΚΔ) έρχεται ως αρωγός στην Κ/Π και εφοδιάζει το άτομο με πρόβλημα όρασης με εκείνες τις δεξιότητες, ώστε ν αντεπεξέλθει όσο το δυ­νατό καλύτερα στις καθημερινές του υποχρεώσεις, όπως η ανα­γνώριση και χρήση χρημάτων, υπογραφές, καθημερινά ψώνια σε μαγαζιά, συμπλήρωση μια αίτησης σε δημόσια υπηρεσία κτλ.

Επικοινωνία - Επαφή με βλέποντες

Αρκετά συχνά, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, συναντάμε άτομα με πρόβλημα όρασης στους δρόμους που χρησιμοποιούν το λευκό μπαστούνι και προσπαθούν να μετακινηθούν με ασφάλεια και ανε­ξαρτησία.

Αρκετά συχνά επίσης προσπαθούμε να παρέμβουμε σ' αυτή τη προσπάθεια με στόχο να βοηθήσουμε. Είναι αναγκαίο όμως να γνωρίζουμε πως και πότε πρέπει να προσφέρουμε αυτή τη βοήθεια, για να μη καταλήξουμε να μπερδέψουμε το άτομο με πρόβλημα ό­ρασης, αντί να το βοηθήσουμε.

Αρχικά παρατηρούμε και αξιολογούμε αν το άτομο με πρόβλημα όρασης χρειάζεται βοήθεια, ή το βλέπουμε να τα καταφέρνει μια χαρά και μόνο του, πάντα με τη χρήση του λευκού μπαστουνιού. Αν κινείται με άνεση και ασφάλεια στο περιβάλλοντα χώρο και δείχνει σίγουρος για αυτό που κάνει, τότε δεν υπάρχει λόγος να βοηθή­σουμε, γιατί δεν υπάρχει ανάγκη στη συγκεκριμένη στιγμή που το συναντάμε.

Αν δούμε ένα άτομο με πρόβλημα όρασης να αντιμετωπίζει προ­βλήματα ή να έχει μπερδευτεί λόγω εξωτερικών εμποδίων που έχει συναντήσει πλησιάζουμε ευγενικά και με διακριτικότητα ρωτάμε αρχικά αν χρειάζεται βοήθεια.

Περιμένουμε την απάντηση του, που μπορεί να είναι και αρνητι­κή, και πράττουμε ανάλογα μ' αυτήν.

Αν αρνηθεί, έχουμε κάνει λάθος την εκτίμηση μας και το αφή­νουμε να συνεχίσει την πορεία του.. Αν δεχθεί, ρωτάμε ποιο ακρι­βώς είναι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει και παρεμβαίνουμε ακρι­βώς σ' αυτό δίνοντας τη καλύτερη λύση.

Ποτέ δεν αλλάζουμε τη κατεύθυνση που ακολουθεί το άτομο με σπρώχνουμε μπροστά από εμάς. Αν δεν γνωρίζουμε, ζητάμε να μας δείξει το σωστό τρόπο, για να πιάσει το μπράτσο, και πάντα ε­μείς οδηγούμε το άτομο με πρόβλημα όρασης περπατώντας μισό βήμα μπροστά του.

Στις ερωτήσεις που ακολουθούν, η σωστή απάντηση είναι προ­φανής, αλλά γίνεται δύσκολη όταν κάποιος που δεν γνωρίζει τα ά­τομα με πρόβλημα όρασης, θελήσει να προσφέρει τη βοήθεια του όταν συναντήσει ένα τυφλό άτομο στο δρόμο.

Οι απαντήσεις στηρίζονται στην ανθρώπινη και λογική αντιμε­τώπιση προς όλους τους συνανθρώπους μας, που ενώ οι περισσό­τεροι την γνωρίζουμε, δεν μπορούμε να την εφαρμόσουμε κάτω α­πό την συναισθηματική φόρτιση και πίεση την ώρα που χρειάζεται.

Ας αναρωτηθούμε λοιπόν:

Α. Τι κάνω όταν συναντώ ένα άτομο με πρόβλημα όρασης στο δρό­μο και δυσκολεύεται να διασχίσει ένα δρόμο:

  1. Φεύγω μακριά του χωρίς να δώσω σημασία ;
  2. Πλησιάζω διακριτικά και ρωτάω αν χρειάζεται βοήθεια ;
  3. Τον τραβάω απότομα και τον σέρνω πίσω μου μέχρι το απέ­ναντι Πεζοδρόμιο;
  4. Τον σπρώχνω μπροστά χωρίς να ρωτήσω, αδιαφορώντας για το τι λέει ή θέλει;

Β. Ποιος είναι ο σωστός τρόπος να συνοδεύσω ένα άτομο με πρό­βλημα όρασης στον εξωτερικό χώρο:

  1. Τον σπρώχνω μπροστά;
  2. Τον τραβάω από πίσω μου, πιάνοντας του το χέρι;
  3. Του δείχνω το μπράτσο για να πιαστεί και περπατάω μισό βήμα μπροστά ;
  4. Τον πιάνω από το μανίκι;

 Γ. Πως συμπεριφέρομαι όταν οδηγώ ένα αυτοκίνητο ή μια μηχανή :

  1. Σταματάω πάντα πάνω στις διαχωριστικές γραμμές των πε­ζών;
  2. Κορνάρω έντονα μόλις ανάψει το πράσινο και αναπτύσσω ταχύτητα ενώ διασχίζουν ακόμα οι πεζοί τη διάβαση;
  3. Σταματάω πάντα πριν από τη ζώνη διέλευσης των πεζών;
  4. Παρκάρω πάνω στο πεζοδρόμιο και δημιουργώ πρόβλημα στην μετακίνηση των πεζών;
  5. Ακολουθώ πάντα τους σωστούς τρόπους σωστής κυκλοφο­ριακής αγωγής και σέβομαι την προτεραιότητα των πεζών;

Υπηρεσία Κινητικότητας - Προσανατολισμού και Δεξιοτήτων Καθημερινής Διαβίωσης του Πανελληνίου Συνδέσμου Τυφλών

Εκπαιδεύτριες Κ-Π & Δ.Κ.Δ.: Βερυκοκάκη Αγγελική, Κούβαρου Ελισάβετ, Πουλέα Κατερίνα

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΤΥΦΛΩΝ

Βερανζέρου 31, 104 32 Αθήνα Τηλ. 5245001, 5245455, 5228333, 5245578 fax: 5222112 Αυτόματος τηλεφωνητής: 5222111

www.pst.gr e-mail: pab@otenet.gr

Κατηγορίες Βιβλιοθήκης: